Καθαρά Δευτέρα: Η «νηστεία» των 3.500 θερμίδων και το παράδοξο του ταραμά
Τι τρώμε στην πραγματικότητα την Καθαρά Δευτέρα και πόσο «καθαρό» είναι το τραπέζι μας.
Η Καθαρά Δευτέρα είναι επίσημα η πρώτη ημέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Εκκλησία για την πρώτη ημέρα της Σαρακοστής δηλαδή την περίοδο των σαράντα ημερών πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα ορίζει αυστηρή νηστεία χωρίς κρέας, ψάρι, γαλακτοκομικά, αυγά και ελαιόλαδο. Δηλαδή η νηστεία με βάση τις επιταγές της ορθόδοξης παράδοσης αφορά σε ένα τραπέζι λιτό, σχεδόν ασκητικό, που συμβολίζει την έναρξη μιας μακράς περιόδου εγκράτειας. Κι όμως, αν κοιτάξεις τα τραπέζι μας την Καθαρά Δευτέρα στο σπίτι ή στην ταβέρνα, θα διαπιστώσει ότι είναι ένα από τα πιο φορτωμένα γαστρονομικά τραπέζια της χρονιάς. Θαλασσινά, ταραμάς, χαλβάς, λαγάνα, ούζο, κρασί, εν ολίγοις θερμίδες, πάρα πολλές θερμίδες.
Όταν οι περισσότεροι Έλληνες λέμε ότι «τρώμε νηστίσιμα», εννοούμε ότι δεν τρώμε κρέας. Η εκκλησιαστική νηστεία όμως είναι πολύ πιο αυστηρή. Το ψάρι απαγορεύεται ρητά. Το ελαιόλαδο επίσης. Ο ταραμάς, το πιο εμβληματικό έδεσμα της ημέρας που φτιάχνεται από αυγά ψαριού, τα οποία η Εκκλησία επίσης δεν επιτρέπει την Καθαρά Δευτέρα.
Τα χταπόδια, τα μύδια, τα καλαμάρια και τα οστρακόδερμα γενικά επιτρέπονται, γιατί η βυζαντινή παράδοση τα θεωρούσε «αναίμακτα», δηλαδή χωρίς κυκλοφορικό σύστημα με αίμα. Αυτή η εξαίρεση, που αφορούσε αρχικά ένα πολύ συγκεκριμένο είδος θαλασσινών, διευρύνθηκε κατ’ οικονομία -όπως λέει η Εκκλησία- μέχρι να καλύψει ολόκληρη τη θαλασσινή κουζίνα.
Ένα γεύμα που έχει ενέργεια όσο δύο ή τρία
Όταν κάτσουμε στο τραπέζι της Καθαράς Δευτέρας είτε στο σπίτι μας ή έξω δεν έχουμε το καθαρό μυαλό για να αντιληφθούμε ότι τα λαχταριστά πιάτα που μας περιβάλλουν είναι θερμιδικές βόμβες. Ένα τυπικό τραπέζι Καθαράς Δευτέρας σε θερμίδες μπορεί να είναι πιο επιβαρυντικό από ένα μπέργκερ ή μια πίτσα. Μια μερίδα ταραμοσαλάτα περίπου 100 γραμμαρίων, δηλαδή μια γενναία κουταλιά που συνοδεύει το ψωμί αποδίδει περίπου 280-320 θερμίδες. Η βιομηχανική ταραμοσαλάτα, η οποία περιέχει μεγάλη ποσότητα λευκής ψίχας ψωμιού και φθηνά έλαια, είναι συχνά ακόμα πιο βαριά. Αν μιλάμε για το μπολ που συνήθως μοιράζεται σε ένα τραπέζι, μιλάμε εύκολα για 1.000 έως 1.500 θερμίδες συνολικά και κανείς δεν σταματάει στη μία μερίδα.
Μια μέτρια μερίδα χταπόδι (150-200 γραμμάρια) έχει περίπου 150-180 θερμίδες χωρίς λάδι. Με ελαιόλαδο, ξύδι και τη συνήθη προετοιμασία, φτάνει εύκολα τις 250-300. Λανθασμένα θεωρείται «ελαφρύ» — είναι πλούσιο σε πρωτεΐνη, αλλά δεν είναι αμελητέο θερμιδικά όταν καταναλώνεται σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα.
Ο χαλβάς, είτε ο σιμιγδαλένιος είτε ο ταχινένιος είναι ένα από τα πιο βαριά θερμιδικά τρόφιμα που υπάρχουν. Μια μερίδα 100 γραμμαρίων ταχινένιου χαλβά αποδίδει περίπου 500 θερμίδες. Ο σιμιγδαλένιος είναι θεωρείται λιγότερο θερμιδικός, γύρω στις 350-400 θερμίδες ανά 100 γραμμάρια, αλλά σπάνια κανείς σταματά στα 100 γραμμάρια.
Για την πρώτη ημέρα της Σαρακοστής το ψωμί παραχωρεί τη θέση του στο παραδοσιακό αρτοσκεύματα της ημέρας, τη λαγάνα. Είναι αρωματική, τραγανή αλλά και με υψηλή περιεκτικότητα σε θερμίδες, καθώς έχει περίπου 280-300 θερμίδες ανά 100 γραμμάρια, αρκετά υψηλότερα από ένα κοινό ψωμί λόγω της περιεκτικότητάς της σε ελαιόλαδο, ταχίνι σουσάμι και ζαχαρόνερο.
Δύο ποτήρια ούζο (50ml το καθένα) προσθέτουν περίπου 220 θερμίδες. Ένα ποτήρι κρασί περίπου 120-130. Σε ένα γιορταστικό τραπέζι που κρατάει ώρες, οι θερμίδες από το αλκοόλ μπορεί να ξεπεράσουν τις 500-600 για έναν μέσο ενήλικα.
Αν αθροίσουμε, λοιπόν, ένα τυπικό μεσημεριανό τραπέζι Καθαράς Δευτέρας με ταραμά, θαλασσινά, χαλβά, λαγάνα, ελιές, τζατζίκι, αλκοόλ, τότε πολύ εύκολα φτάνουμε ή και ξεπερνούμε εύκολα στις 2.500 με 3.500 θερμίδες ανά άτομο. Δηλαδή περισσότερες από τις συνιστώμενες ημερήσιες για έναν μέσο ενήλικα, οι οποίες κυμαίνονται από 2.000 έως 2.500.
Ο σύγχρονος καταναλωτισμός
Στις αγροτικές κοινότητες του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, η νηστεία ήταν κυριολεκτική δεν γινόταν από επιλογή αλλά από οικονομική ανάγκη. Ελιές, λαγάνα, λίγα θαλασσινά για τους παράκτιους πληθυσμούς. Ο χαλβάς ήταν γλύκισμα φτωχών, φτηνό και προσιτό. Τα χταπόδια τα έτρωγαν όσοι δεν μπορούσαν να αγοράσουν κρέας.
Η μεταπολεμική ευημερία και η αστικοποίηση άλλαξαν εντελώς το τοπίο. Το τραπέζι «ανέβηκε» κοινωνικά, οι ποσότητες αυξήθηκαν, και η λογική αντιστράφηκε πλήρως και αυτό που ήταν λιτή τροφή από ανάγκη έγινε γιορταστικό τραπέζι από επιλογή. Σήμερα, μια μερίδα χταπόδι σε ταβέρνα κοστίζει όσο μια μπριζόλα, αν όχι περισσότερο.